You are currently viewing Ο ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΑΡΑΔΙΠΠΟΥ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ECONOMIST

Ο ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΑΡΑΔΙΠΠΟΥ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ECONOMIST

«Οι τοπικές κοινωνίες μπορούν να αναλάβουν ηγετικό ρόλο στην οικοδόμηση ενός βιώσιμου ενεργειακού μέλλοντος»

Ο Δήμαρχος Αραδίππου παρουσίασε τις προκλήσεις, τις δυνατότητες και την ανάγκη απόκτησης θεσμικού πλαισίου για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, ώστε να αποτελέσει βασικό πυλώνα στη διαδικασία της ενεργειακής μετάβασης της Κύπρου.

Ο Δήμαρχος Αραδίππου, Ευάγγελος Ευαγγελίδης συμμετείχε ως ομιλητής στη 19η Ετήσια Σύνοδο Κορυφής που διοργάνωσε ο Economist, το διήμερο 7-8 Νοεμβρίου στο ξενοδοχείο Hilton της Λευκωσίας με θέμα «Ο νέος οδικός χάρτης και στρατηγική της Κύπρου για βιώσιμη ισορροπία».

Ο κ. Ευαγγελίδης παρουσίασε την ενότητα που έκλεισε την πρώτη ημέρα του συνεδρίου, με θέμα «Ο βασικός ρόλος της τοπικής αυτοδιοίκησης στην ενεργειακή μετάβαση μιας χώρας», όπου, παράλληλα με την εμπειρία του Δήμου Αραδίππου, είχε την ευκαιρία να αναπτύξει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η Τοπική Αυτοδιοίκηση και την ανάγκη θεσμικών εργαλείων, προκειμένου να μπορέσει να ανταποκριθεί στον ρόλο που καλείται να διαδραματίσει.

Στην αρχική του τοποθέτηση, ο κ. Ευαγγελίδης επεσήμανε το κρίσιμο σταυροδρόμι, στο οποίο βρίσκεται τη δεδομένη στιγμή η Τοπική Αυτοδιοίκηση στην Κύπρο, εν αναμονή της εφαρμογής της επικείμενης μεταρρύθμισης. Ταυτόχρονα, αναφέρθηκε στην πρόκληση του Ευρωπαϊκού Προγράμματος Mission, που μπορεί να αποτελέσει μια ευκαιρία για τις πόλεις να γίνουν κλιματικά ουδέτερες και έξυπνες πόλεις έως το 2030.

«Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνώρισε εδώ και πολλά χρόνια τον ρόλο που μπορούν και πρέπει να έχουν οι φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, σε σχέση με τη διαχείριση των ενεργειακών πόρων, καθορίζοντας ως κεντρικούς άξονες: την εξοικονόμηση ενέργειας, την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου», σημείωσε αρχικά, τονίζοντας ως θετική συγκυρία τη συμμετοχή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην 19η Διεθνή Σύνοδο του Economist, προκειμένου να παρουσιάσει τις θέσεις της και συνέχισε:

«Οποιαδήποτε τοπική αυτοδιοίκηση, μεγάλη ή μικρή, μπορεί και έχει αντίκτυπο στη ζωή των κατοίκων της, οπότε ανάλογα και στο μέλλον του πολίτη αναφορικά με την ενέργεια, την διαχείριση των ενεργειακών πόρων, αλλά και των επιπτώσεων στο περιβάλλον.

Ο κόσμος βρίσκεται στη μέση μιας κλιματικής κρίσης και είναι βέβαιο ότι θα απαιτηθεί δράση από όλους μας, σε όποιον τομέα κι αν δραστηριοποιούμαστε.

Υπάρχει μια μεγάλη ευκαιρία για τις πόλεις και την τοπική αυτοδιοίκηση να αναλάβουν ηγετικό ρόλο στην οικοδόμηση ενός βιώσιμου ενεργειακού μέλλοντος. Και αυτό θα πρέπει να γίνει σταδιακά».

Προκειμένου να συμβεί αυτό, ωστόσο, ο κ. Ευαγγελίδης τόνισε την σημασία σημαντικών παρεμβάσεων, ώστε η Τοπική Αυτοδιοίκηση να αποκτήσει την «θεσμική ικανότητα» να διασφαλίσει ότι οι πολιτικές οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας μπορούν να αναπτυχθούν με συνέπεια.

Όπως χαρακτηριστικά εξήγησε, αυτό μέχρι σήμερα δεν συμβαίνει, καθώς οι τοπικές κοινωνίες δεν έχουν «φωνή» στην διαδικασία λήψης αποφάσεων, με συνέπεια, να χάνονται σημαντικές ευκαιρίες να αναδειχθούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και δυνατότητες των τοπικών κοινωνιών. Αυτό, όπως σημείωσε, οφείλει να αλλάξει και το Κράτος να τολμήσει ριζικές, θεσμικές αλλαγές, που θα οδηγήσουν στην επόμενη μέρα.

«Την θεσμική ικανότητα, θα την ορίσω με τέσσερις έννοιες: την στρατηγική ικανότητα, την αναλυτική ικανότητα, την ικανότητα οργανωτικής διαχείρισης και την ικανότητα συνεργασίας.

Η θεσμική δομή της δράσης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης για την κλιματική αλλαγή και την βιώσιμη ανάπτυξη, οφείλει να εντάξει ένα σύστημα διαλόγου με το Κράτος.

Ένα τέτοιο πλαίσιο, θα διευκολύνει την ανάλυση του τρόπου με τον οποίο αναπτύσσεται κάθε διάσταση ενός θέματος και θα μπορεί να συμβάλει στο να μπορέσει η Τοπική Αυτοδιοίκηση να καθορίσει, να εφαρμόσει και να αξιολογήσει μια σταθερή δημόσια πολιτική για πολιτικές βιώσιμης ανάπτυξης».
Ακολούθως, ο κ. Ευαγγελίδης ανέπτυξε εν συντομία το παράδειγμα της Αραδίππου, που μπορεί να λειτουργήσει ως «μοντέλο» μιας σταθερής δημόσιας πολιτικής για την εφαρμογή πολιτικών βιώσιμης ανάπτυξης στην τοπική αυτοδιοίκηση. Η πρωτοποριακή πρωτοβουλία στη δημιουργία του Δικτύου Πόλεων, το παράδειγμα της διαχείρισης οικιστικών αποβλήτων και η πιλοτική εφαρμογή του στην Αραδίππου, οι δυσκολίες και τα εμπόδια που προκύπτουν εξαιτίας των χρονοβόρων κρατικών διαδικασιών και οι τρόποι αντιμετώπισής τους, οι προτάσεις για την διαχείριση της υποστελέχωσης από εξειδικευμένο προσωπικό, είναι μερικές από τις πτυχές του πώς μπορεί να υλοποιηθεί η χάραξη πολιτικής βιώσιμης ανάπτυξης, από την πόλη προς το κράτος.

Όπως εξήγησε, το Κράτος μπορεί να επωφεληθεί σημαντικά από μια τέτοια πρακτική, καθώς «όταν οι κυβερνήσεις δημιουργούν αναπτυξιακούς στόχους και καθορίζουν την εφαρμογή πλαισίων και προτύπων πολιτικής για περιβαλλοντικούς και ενεργειακούς σκοπούς, αυτοί οι στόχοι καταλήγουν στον πολίτη, αλλά οι περισσότεροι εφαρμόζονται μέσω των τοπικών αρχών», και συμπλήρωσε: «Ένας τρόπος με τον οποίο οι πόλεις και οι Δήμοι μπορούν να έχουν αντίκτυπο, είναι να δεσμευτούν ότι θα προμηθεύονται το 100% της ηλεκτρικής τους ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Αυτό είναι μια καλή αρχή, αλλά εάν οι τοπικές κυβερνήσεις πρόκειται πραγματικά να βοηθήσουν να ανοίξει ο δρόμος για ένα 100% ανανεώσιμο μέλλον, θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν περισσότερα από ένα από τα πολλά εργαλεία καθαρής ενέργειας» ανέφερε χαρακτηριστικά, φέρνοντας συγκεκριμένα παραδειγματα εργαλείων και συνέχισε:

«Στο 100% σύστημα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που χρειαζόμαστε, θα πρέπει να υπάρχει δυναμικότητα παραγωγής παντού, τόσο κοντά στα κέντρα ζήτησης όσο και πιο μακριά, σε μέρη με δυνητικά καλύτερους πόρους. Η τοπική παραγωγή μειώνει την ανάγκη για υποδομή μεταφοράς, η οποία είναι ακριβή και αργή στην κατασκευή και έχει τις δικές της περιβαλλοντικές επιπτώσεις, τον κίνδυνο διακοπής ρεύματος από προβλήματα με τις γραμμές μεταφοράς καθώς και έχει πολλά πλεονεκτήματα και σε κοινωνικό επίπεδο, καθώς στηρίζει την τοπική κοινωνία».

Βασικοί μοχλοί της ενεργειακής μετάβασης, όπως επεσήμανε, είναι η αυξανόμενη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο μείγμα του ενεργειακού εφοδιασμού, η έναρξη της ηλεκτροδότησης και οι βελτιώσεις στην αποθήκευση ενέργειας, ενώ υπενθύμισε πως οι πόλεις κυριαρχούν στη ζήτηση ενέργειας και κατ’ επέκταση ευθύνονται για σημαντικό μερίδιο των εκπομπών άνθρακα, αφού, σύμφωνα με τις μετρήσεις του 2013, οι αστικές περιοχές του κόσμου αντιπροσώπευαν περίπου το 64% της παγκόσμιας χρήσης πρωτογενούς ενέργειας και παρήγαγαν το 70% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα του πλανήτη.

Κλείνοντας την ομιλία του, ο κ. Ευαγγελίδης επανέλαβε τα καίρια ερωτήματα που θα πρέπει να απαντήσουν οι τοπικές κοινωνίες, αναφορικά με την δική τους συμβολή στην χάραξη μιας πολιτικής για την ενεργειακή μετάβαση και έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα πως, από μια τέτοια πρακτική, θα μπορούσε να επωφεληθεί σημαντικά και το κράτος.

«Λύνοντας τα δικά μας ζητήματα, ουσιαστικά λύνουμε και τους κρατικούς στόχους», κατέληξε.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο κ. Ευαγγελίδης είναι ο πρώτος εκπρόσωπος τοπικής αυτοδιοίκησης που συμμετείχε ως ομιλητής στις εν λόγω συνόδους στην Κύπρο.