Δήμος Αραδίππου Ιστορία

Η Αραδίππου βρίσκεται στα νότια της Κύπρου, σε μικρή απόσταση από το Διεθνές Αεροδρόμιο της Λάρνακας. Ήταν παραδοσιακά ένα γεωργοκτηνοτροφικό χωριό, που άλλαξε όμως όψη μετά την τουρκική εισβολή του 1974 και την οικοδομική έκρηξη που ακολούθησε. Σήμερα η Αραδίππου αποτελεί κομβικό σημείο στο εθνικό οδικό δίκτυο του νησιού και ο συγκοινωνιακός κόμβος της Ριζοελιάς είναι γνωστός σε κάθε Κύπριο. Η Αραδίππου αναγορεύθηκε σε δήμο το 1986 και έχει σταδιακά καθιερωθεί ως ένα δυναμικά εξελισσόμενο αστικό κέντρο.

Αφού ανακηρύχθηκε σε Δήμο, η Αραδίππου καθόρισε τα δημοτικά της όρια και είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος Δήμος της Κύπρου σε έκταση γης με 42.982 τετραγωνικά κυβερνητικά στρέμματα. Ο πληθυσμός της Αραδίππου φθάνει σήμερα τις 20.000 κατοίκους.

Εικάζεται ότι πόλη μας πήρε το όνομά της από τον οικιστή της, βασιλιά Αράδιππο. Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως αρχιτεκτονικά και άλλα ευρήματα, που χρονολογούνται από την εποχή των Αχαιών. Η Αραδίππου ήταν περίφημη και κατά το Μεσαίωνα, λόγω της βασιλικής έπαυλης που την αποκαλούσαν «Αυλή της Δεσπότισσας» και ανήκε στην Κυρία Μαργαρίτα Ντε Λουζινιάν, αδελφή του Λέοντος του Στ΄ και εγγονή του Αμωρύ, Πρίγκιπα της Τύρου.

Η πολιτιστική ανάπτυξη της κοινότητας συντελείται μεθοδικά και οργανωμένα με τις διάφορες τιμητικές εκδηλώσεις για πρόσωπα που έχουν διακριθεί και προσφέρει στην Αραδίππου, με διαλέξεις, επετειακές εκδηλώσεις, εκθέσεις, εκδόσεις κ.α. Επίτευξη των στόχων για πολιτιστική ανάπτυξη αποτελεί η καθιέρωση καλλιτεχνικής – Λαογραφικής εκδήλωσης (στις 18 Οκτωβρίου) που έχει βασικά λαογραφικό χαρακτήρα. 

Η Αραδίππου φιλοξενεί μέσα στα δημοτικά όρια της το μεγαλύτερο μέρος των βιομηχανικών ζωνών που εξυπηρετούν την ευρύτερη περιοχή του αστικού συμπλέγματος και ολόκληρη την Κύπρο. Αυτές είναι: η ζώνη Ελευθέρου Εμπορίου, νότια του αυτοκινητόδρομου Λάρνακας- Λεμεσού, η βιομηχανική ζώνη περιορισμένου βαθμού όχλησης (Ζώνη Βα3) νότια του αυτοκινητόδρομου Λάρνακας – Κοφίνου και η κυβερνητική βιομηχανική περιοχή Λάρνακας που παρόλο ότι έχει ενταχθεί στα δημοτικά όρια της Λάρνακας, από απόψεως τοποθεσίας, βρίσκεται στην περιοχή Αραδίππου.

H Αραδίππου φημίζεται και για τις πάμπολλες εκκλησίες και ξωκλήσια της. Η παλαιότερη εκκλησία της Αραδίππου είναι ο Απόστολος Λουκάς. Η εκκλησία στο σημερινό της μέγεθος είναι η τρίτη στη σειρά και κτίστηκε το 1939 για να καλύψει τις αυξανόμενες ανάγκες του πληθυσμού της Αραδίππου. Η πρώτη εκκλησία κτίστηκε το 1700μ.Χ στον ίδιο χώρο πολύ πιο μικρή και η δεύτερη το 1851 μ.Χ στα θεμέλια της πρώτης. Το 1960 κατεστράφη από πυρκαγιά μέρος του εικονοστασίου. Η εικόνα του Αγίου, ως εκ θαύματος, τίποτε δεν έπαθε και διασώζεται σήμερα ως αξιόλογη κληρονομιά. Άλλοι ναοί της κοινότητας είναι ο Άγιος Φανούριος και ο Άγιος Σπυρίδωνας και ο νεόδμιτος ναός του Αποστόλου Βαρνάβα. Το πιο γνωστό ξωκλήσι της Αραδίππου είναι της Παναγίας των Αμπελιών.   Το ξωκλήσι είναι κτισμένο πάνω στα ερείπια ενός παλιότερου ναού που καταστράφηκε από τους Σαρακηνούς το 1425.

Αν επιθυμείτε να μάθετε περισσότερα για την ιστορία της Αραδίππου, μπορείτε να προμηθευτείται την έκδοση του Δήμου “Αραδίππου η αυλή της Δεσποτείας” που περιέχει στοιχεία από την αρχαιότητα εως την σύγχρονη εποχη. Το βιβλίο είναι διαθέσιμο στο ταμείο του Δήμου ή με τηλεφωνική παραγγελία στο τηλέφωνο +35724811017.

Το όνομα Αραδίππου

Με την ετυμολογία της λέξης Αραδίππου ασχολήθηκαν πολλοί, ειδικοί και μη. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, οι απόψεις διίστανται, μερικές φορές διαμετρικά. Έχουν διατυπωθεί διάφορες εκδοχές για την προέλευση της λέξης. Ένας από αυτούς είναι και ο δημότης της Αραδίππου Αντρέας Μιτσηγιώργης, συνταξιούχος δάσκαλος, που συνέγραψε ένα εμπεριστατωμένο άρθρο για το πώς πήρε η Αραδίππου το όνομά της. Ήταν δε πολύ πρόθυμος να μας επιτρέψει να το εντάξουμε στην ιστοσελίδα μας και τον ευχαριστούμε πολύ γι’ αυτό. Το παρόν σημείωμα αποτελεί μια πολύ μικρή σύνοψη του άρθρου του κ. Μιτσηγιώργη.

Σύμφωνα με τον κ.  Μιτσηγιώργη, όλοι, σχεδόν, όσοι ασχολήθηκαν με την προέλευση του ονόματος της Αραδίππου δέχονται ότι το τοπωνύμιο αυτό προήλθε από το κύριο όνομα του πρώτου οικιστή της. Η άποψη ότι το όνομα Αραδίππου προήλθε από τις λέξεις αράδα + ίππος απορρίπτεται από τους σοβαρούς ερευνητές.

Όλοι οι μελετητές συμφωνούν ότι η λέξη Αραδίππου είναι σύνθετη λέξη κι ότι το δεύτερο συνθετικό της είναι η λέξη ίππος. Ενώ όμως, για το δεύτερο συνθετικό του τοπωνυμίου, υπάρχει ομοφωνία, δεν συμβαίνει το ίδιο και με το πρώτο. Υπάρχουν δυο εκδοχές:

(α) Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, το όνομα του πρώτου οικιστή της Αραδίππου, από το οποίο πήρε το όνομα της, ήταν Αράδιππος, που ενδεχομένως προήλθε από κάποιον οικιστή της Αραδίππου που ήλθε από το νησάκι Άραδος, κοντά στις ακτές της Συρίας.

(β) Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, το όνομα του οικιστή της Αραδίππου δεν ήταν Αράδιππος αλλά Ράδιππος, χωρίς το αρχικό α. Η εκδοχή αυτή ενισχύεται κι από το γεγονός ότι σε παλιά επίσημα έγγραφα, επιστολές και χάρτες της Φραγκοκρατίας, αλλά και μεταγενέστερων περιόδων, το όνομα της Αραδίππου αναφέρεται χωρίς το αρχικό α.

Άποψη του κ. Μιτσηγιώργη  είναι ότι το μόνο που γνωρίζουμε για τον οικιστή της Αραδίππου είναι το πρώτο του όνομα (Ράδιππος). Ακόμα όμως και γι’ αυτό υπάρχουν διιστάμενες απόψεις, όσο αφορά την αρχική του μορφή και την ετυμολογία του. Μπορούμε όμως, αξιοποιώντας και συγκρίνοντας τα εφόδια που μας παρέχουν η αρχαιολογία, η γλωσσολογία και η παράδοση, να κάνουμε διάφορες εικασίες, για την καταγωγή, το χρόνο άφιξής του στον τόπο μας και την προσωπικότητά του. Από την εξέταση της ετυμολογικής υφής και του σημασιολογικού περιεχομένου του ονόματος Ράδιππος, βγαίνουν τα εξής συμπεράσματα:

  • Ο οικιστής της Αραδίππου ονομαζόταν Ράδιππος ή Ρόδιππος και ήταν ελληνικής καταγωγής.
  • Προερχόταν από την τάξη των αρίστων κι ήταν ένας χαρισματικός ηγέτης.
  • Καταγόταν από κάποιο δήμο της Αττικής ή από κάποιο νησί.
  • Ξεκίνησε από την Ελλάδα με μια ομάδα συμπατριωτών του, την περίοδο του μεγάλου ελληνικού αποικισμού ή λίγο μετά τον Τρωικό Πόλεμο, προς αναζήτηση μιας καινούργιας πατρίδας και έφτασαν στα νότια παράλια της Κύπρου, όπου ίδρυσαν, σε μικρή απόσταση από τις ακτές, μια μικρή πόλη ή
  • Διορίστηκε από τις αρχές της πολιτείας του ως οικιστής μιας ομάδας αποίκων με την εντολή να τους οδηγήσει στην Κύπρο, σε μια περιοχή βορειοδυτικά του Κιτίου, όπου κάποιοι συμπατριώτες τους έμποροι είχαν επισημάνει ένα κατάλληλο μέρος για ίδρυση αποικίας.

Η του Ραδίππου πόλη μπορεί να μην είχε την ίδια με άλλες πόλεις της Κύπρου ανάπτυξη και να μην απέκτησε φήμη και πλούτο, όμως κατόρθωσε να κρατήσει το όνομα του ιδρυτή της και την κληρονομιά των πρώτων της κατοίκων αναλλοίωτα, ως τις μέρες μας.

Αν θέλετε να διαβάσετε όλο το άρθρο του κ. Μιτσηγιώργη, πατήστε εδώ

Το χθες και το σήμερα

Kείμενα: Θέκλα και Κυριάκος Τηλεμάχου

Έρευνα Πληθυσμού Μετανάστευσης: Ματθαίος Αλαμπρίτης 

Επιμέλεια: Ματθαίος Αλαμπρίτης

Η Αραδίππου πρέπει να είναι ριζωμένη σε τούτο τον κάμπο από την εποχή του χαλκού. Το Κίτιο με το λιμάνι του ήταν παραδίπλα. Τα σπλάχνα της κυπριώτικης γης ήταν γεμάτα χαλκό και οι κάμποι μας γεμάτοι άλογα περήφανα. Πού  θα έβρισκαν καλύτερο τόπο να χτίσουν το καλύβι τους οι ντόπιοι βοσκοί και πού θα έστηναν το σπιτικό τους οι ξένοι έμποροι του χαλκού, που έσχιζαν τις θάλασσες για να έρθουν να ναυαγήσουν στα γαλανά μάτια των αμαζόνων, που βόσκανε τ’ αλογατάκια τους στον πλατύ κάμπο, στο σταυροδρόμι των εμπορικών δρόμων;  Μ’ αν δεν έχουμε αποδείξεις για τα χρόνια εκείνα τα παλιά, έχουμε τάφους κι αγγεία ξεθαμμένα από τους αρχαιολόγους, που μαρτυρούν την παρουσία των Αχαιών στο νησί. Ίδρυσαν αποικίες κι εμπορικούς σταθμούς παντού στ’ ακρογιάλια της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας. Μα κάποτε έφυγαν.  Άφησαν,όμως, πίσω τους σημάδι αλάθητο τους τάφους και τα περίτεχνα αγγεία τους και τη μεγάλη τους έγνοια, τη γλώσσα την ελληνική.

Η Μεγάλη Αυλή

Άνοιξη, Δεύτερη μέρα του Μαρτίου το 1328. Οι Φράγκοι είναι αφεντάδες στο νησί. Ο βασιλιάς Ούγος, που ξεχειμωνιάζει στην αγαπημένη του Αραδίππου, καλεί στο παλάτι του τη Μεγάλη Αυλή, τρεις έμπιστους άρχοντες. Τους ονομάζει βασιλικούς επιτρόπους, με έγγραφο που συντάσσεται στη Μεγάλη Αυλή, και τους αναθέτει μια εμπιστευτική αποστολή.Την άλλη μέρα παίρνουν οι επίτροποι το καράβι και βάζουν πλώρη για τη Γαλλία. Θα ζητήσουν σε γάμο τη Μαρία των Βουρβόνων. Τυχερός ο μεγαλύτερος γιος του Ούγου, ο Γουίδος. Το έγγραφο για το προξενιό μαζί με άλλα τρία που διασώζονται, έχει συνταχθεί στην Αραδίππου και επιβεβαιώνει την ύπαρξη του βασιλικού παλατιού και τις σχέσεις της Μεγάλης Αυλής με τη Γαλλία.Οι αρχαιολόγοι τοποθετούν τη Μεγάλη Αυλή στο χώρο που σήμερα είναι κτισμένο το Α’ Δημοτικό Σχολείο. Η άποψη των αρχαιολόγων υποστηρίζεται και από μαρτυρίες ηλικιωμένων που είδαν τα θεμέλια του παλατιού να σκεπάζονται το 1961, όταν γίνονταν οι επιχωματώσεις για τη δημιουργία σχολικού γηπέδου.Άλλη ιστορική μαρτυρία αναφέρει πως οι Μαμελούκοι κατάστρεψαν την Αραδίππου το 1425, πυρπόλησαν τη Σάντα Κατερίνα και γκρέμισαν το παλάτι, την «Κεφαλή της Δεσποτείας». Η Αυλή της Ρήγαινας ή της Δεσπότισσας, όπως αλλιώς έλεγαν τη βασίλισσα, ανήκε στη Μαργαρίτα Λουζινιάν, εγγονή του βασιλιά Αμάλριχου που ήταν βασιλιάς της Τύρου. Αδέλφια της ήταν ο Λέοντας, ο βασιλιάς της Αρμενίας και ο Πέτρος ο Β’ Λουζινιάν, που έγινε βασιλιάς της Κύπρου.Σήμερα στη θέση του βασιλικού παλατιού είναι κτισμένο το Α’ Δημοτικό σχολείο Αραδίππου. Το σχολείο βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο μιας διακύμανσης του εδάφους με υψόμετρο γύρω στα 50 μέτρα από το επίπεδο της θάλασσας. Το έδαφος είναι κιμωλιούχο και η ετήσια βροχόπτωση γύρω στα 340 χιλιοστόμετρα, σε σύγκριση με 489 χιλιοστόμετρα που είναι ο μέσος όρος για την Κύπρο.Μπροστά από το σχολείο περνά η λεωφόρος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, που είναι η κεντρικότερη και πιο πολυσύχναστη οδική αρτηρία της Αραδίππου. Η ηχορύπανση και τα καυσαέρια βασιλεύουν εκεί που άλλοτε οι βασιλιάδες αναζητούσαν ησυχία και καθαρό αεράκι.Το σχολικό κτήριο είναι νεοκλασικού τύπου. Κτίστηκε το 1925 και λειτούργησε στην αρχή ως αρρεναγωγείο. Σήμερα είναι μικτό σχολείο με 330 μαθητές και 15 δασκάλους. Μια σύγχρονη πτέρυγα με αίθουσες διδασκαλίας προστέθηκε στη νότια πλευρά της αυλής. Η παλαιά βασιλική αυλή επιχωματώθηκε και δημιουργήθηκαν γήπεδα αθλοπαιδιών.Η ασυννέφιαστη ζωή των βασιλιάδων και του λαού διακόπηκε άδοξα.  Κι ήρθανε χρόνοι δίσεκτοι και μέρες οργισμένες και πλάκωσαν οι Αγαρηνοί και σφάξαν και ατιμάσαν. Φόβος και τρόμος οι καράμανοι. Ληστεύουν και σκοτώνουν μα δε τολμούν στον τόπο μας να ζήσουν και φεύγουν γιατί το «ταυρίν» τους διώχνει τ’ Άι-Λουκά. Οι Άγγλοι που έβαλαν κατόπιν χέρι στο νησί, τα μάζεψαν, αλλά δεν έφυγαν. Ο αγώνας των αμούστακων παιδιών που σήκωσαν ντουφέκι οδήγησε σε μια εύθραυστη ανεξαρτησία. Ο γέρικος σισανές κρεμάστηκε στον τοίχο, σιωπηλός μάρτυρας πια, και το αλέτρι έσκισε την ελεύθερη γη.  Μόνοι μας πήραμε την τύχη στ ‘ άξια χέρια μας και φτιάξαμε την πόλη μας. Κι αυτή είναι η Αραδίππου.

Πληθυσμός – Μετανάστευση – Επαναπατρισμός

Με μια πρώτη ματιά στον πίνακα πληθυσμού των κατοίκων της Αραδίππου είναι εμφανής η συνεχής αύξηση του πληθυσμού. Αυτό φαίνεται και από τη συνεχή αύξηση των μαθητών.Υπήρξε απότομη αύξηση του πληθυσμού μεταξύ 1973-1976. Το παράδοξο που παρατηρείται κατά το έτος 1976 (όπου ο πληθυσμός της Αραδίππου υπερδιπλασιάστηκε) οφείλεται στην εισβολή, οπότε υπήρξε μαζική προέλευση των προσφύγων στην κοινότητα. Γι αυτό άλλωστε δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη ως σύνολο αυξομείωσης του κατεξοχήν πληθυσμού της κοινότητας, αφού ήταν μια προσωρινή κατάσταση (αργότερα οι πρόσφυγες πολιτογραφήθηκαν στα δημοτικά όρια της Λάρνακας αν και διαμένουν σε κτηματική γη της Αραδίππου). Και τούτο φαίνεται στα στοιχεία του 1982, όπου ο πληθυσμός επανέρχεται και πάλι στα κανονικά του επίπεδα με την ανάλογη αύξηση από το 1973. Μπορούμε να πούμε ότι όσο πληθυσμό είχε η Αραδίππου άλλος τόσος μετανάστευσε μέχρι το 1964.Μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας η μετανάστευση έπεσε σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Τα άτομα που ξενιτεύονται, ακόμη και μέχρι σήμερα, το έκαναν εξαιτίας του γάμου. Δηλαδή, ο απόδημος Αραδιππιώτης θέλει να αποκαταστήσει τα παιδιά του παντρεύοντας τα με άτομα από τη γενέτειρα του γι αυτό και παρουσιάζεται ένας αυξημένος αριθμός γάμων ανάμεσα σε Αραδιππιώτες και απόδημους Αραδιππιώτες. Τα νέα ζευγάρια είτε εγκαθίστανται στην Αραδίππου είτε πάνε στο εξωτερικό  για να βελτιώσουν τα οικονομικά τους και να επιστρέψουν πίσω. Γι αυτό παρατηρείται μια σοβαρή εισροή ξένου συναλλάγματος που ευεργετεί την κοινότητα και γενικά όλη την Κύπρο από τους αποδήμους μας.Οι Αραδιππιώτες μετανάστες, κινήθηκαν κυρίως προς την Αγγλία και την Αυστραλία γι αυτό αν επισκεφθεί σήμερα κάποιος τις χώρες αυτές θα βρει σίγουρα τους Αραδιππιώτες οργανωμένους σε συλλόγους, σωματεία και παροικίες, οι οποίες θα θυμίζουν σίγουρα Κύπρο και Αραδίππου. Ειδικότερα στο Birmingham της Αγγλίας, όπου ο αριθμός των Αραδιππιωτών αποδήμων φτάνει τις 50.000, συνεισέφεραν όλοι και αγόρασαν δικό τους κτίριο ,το ονόμασαν «Ελληνοκυπριακή Εστία» και έχουν καθορισμένες μέρες της εβδομάδας για να συγκεντρώνονται.Γενικά, ο απόδημος Αραδιππιώτης διατηρεί ζωντανές τις μνήμες από την πατρίδα του, τις μεταδίδει στα παιδιά του και εργάζεται σκληρά αποβλέποντας στην επιστροφή του, γεγονός που άρχισε να πραγματοποιείται τα τελευταία χρόνια.

Ριζοελιά, Ριζοιλιά ή Ριζοβίγλια

Το ταπεινό δάσος στις βορειοδυτικές παρυφές της Αραδίππου, έγινε γνωστό σ’ όλη την Κύπρο, αφού έδωσε το όνομα του στο μεγάλο συγκοινωνιακό κόμβο της Ριζοελιάς.Κι ενώ όλοι θέλουν να πιστεύουν πως το όνομα της περιοχής έχει σχέση με τις «ρίζες» και την «ελιά» και θεωρούν  σίγουρο πως το «Ριζοελιά» βγαίνει από το παλαιότερο «Ριζοιλιά», η αλήθεια φαίνεται να είναι διαφορετική.Το αρχικό όνομα της περιοχής, όπως εκ στόματος γερόντων έμαθε ο εκπαιδευτικός Ανδρέας Μιτσιγιώργης και το μετέφερε σε μας τους νεότερους,  ήταν «Ριζοβίγλια». Όταν όμως κάποιος φιλότιμος και ευσεβής κτηματολόγος το συνάντησε στους χάρτες του, αποφάσισε να λογοκρίνει το όνομα και να το «ευπρεπίσει». Βλέπετε ο αυστηρός εκείνος πρόγονος μας αγνοούσε πως το ρήμα βιγλίζω σημαίνει παρατηρώ, εποπτεύω, και πως τα ριζοβίγλια ήταν τα ξάγναντα από τα οποία οι παππούδες μας βίγλιζαν το γιαλό να δουν μην έρχονται καράβια με Σαρακηνούς κουρσάρους, που ήταν ο τρόμος των Κυπρίων στα χρόνια τα δίσεκτα των αραβικών επιδρομών.Πραγματικά ή περιοχή αποτελείται από χαμηλά ασβεστολιθικά βουναλάκια από τα οποία μπορείς ν’ αγναντεύεις τον κόλπο της Λάρνακας από τη Δεκέλεια ως το Κίτι και παραπέρα. Το παλιό δάσος υλοτομήθηκε από τους παππούδες μας και μόλις λίγα χρόνια πριν αναδασώθηκαν τα Ριζοβίγλια.Τα πεύκα και οι ακακίες του δάσους πρόλαβαν να μεγαλώσουν προτού οι υπεραστικοί δρόμοι αρχίσουν να τα ποτίζουν με καυσαέριο και προτού η βιομηχανική περιοχή παραδίπλα επεκταθεί και τα πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής.

 

Ιστορία του Κοινοτικού Συμβουλίου
Εισαγωγικά

Η Αραδίππου έγινε Δήμος τo 1986. Προηγουμένως, οι εξουσίες που ασκεί σήμερα το Δημοτικό Συμβούλιο ασκούνταν από το Συμβούλιο Βελτιώσεως και κυρίως από τον εκάστοτε κοινοτάρχη, τον μουχτάρη, όπως τον λέει ο κόσμος. Ακόμη και μετά την αναγόρευση της Αραδίππου σε δήμο εξακολουθούν να υπηρετούν κοινοτάρχες, τα καθήκοντα των οποίων είναι πολύ περιορισμένα.

Κάναμε μια προσπάθεια να εντοπίσουμε στοιχεία για το θεσμό των κοινοταρχών και για τους παλιούς κοινοτάρχες και να τα καταγράψουμε ως μέρος της ιστορίας της Αραδίππου. Τέτοια στοιχεία έδωσε ο δημότης κ. Νίκος Παπαελευθερίου, που διακρίνεται για το πολύ γερό μνημονικό του και την πολύ καλή γνώση των δημοσίων πραγμάτων της Αραδίππου. Ο κ. Παπαευλευθερίου μας έδωσε τα πιο κάτω ενδιαφέροντα στοιχεία.

Καθήκοντα κοινοταρχών

Οι κοινοτάρχες της Αραδίππου, όπως και όλοι οι κοινοτάρχες των παλιών εποχών ήταν οι άρχοντες του χωριού και ήταν επιφορτισμένοι με το σημαντικό καθήκον να φροντίζουν για τη βελτίωση των συνθηκών της καθημερινής διαβίωσης των κατοίκων του χωριού. Τα κύρια καθήκοντα τους ήταν τα ακόλουθα:

Να επιμερίζουν τη φορολογία στους κατοίκους του χωριού.
Να φροντίζουν για την εξασφάλιση και απρόσκοπτη παροχή πόσιμου νερού στο χωριό.
Να φροντίζουν για την καθαριότητα των δρόμων και την αποκομιδή των σκυβάλων.
Να φροντίζουν για την ασφαλτόστρωση και συντήρηση των δρόμων.
Είχαν την ευθύνη για τη συντήρηση των σχολείων ή τη δημιουργία νέων, διαδραμάτιζαν δηλαδή ένα ρόλο ανάλογο με τον ρόλο των σημερινών Σχολικών Εφορειών.
Να εκδίδουν διάφορα πιστοποιητικά, όπως π.χ. γεννήσεως, απορίας για έκδοση κάρτας νοσηλείας στα δημόσια νοσοκομεία.
Ένα από τα καθήκοντα τους ήταν και ο «κακόβουλος», όπως τον αποκαλούσαν. Όταν προκαλούνταν ζημιές σε χωράφια από τη βόσκηση ζώων και δεν εντοπιζόταν ο δράστης, αποφάσιζε ο κοινοτάρχης ένα ποσό ως λογική αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστη ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος του χωραφιού. Το ποσό αυτό ήταν ο «κακόβουλος» (αφού ήταν κακόβουλη ζημιά) και επιμεριζόταν από τον κοινοτάρχη στους βοσκούς της κοινότητας, αφού θεωρούνταν συλλογικά υπεύθυνοι για τη ζημιά και πλήρωνε ο καθένας το μερίδιο που του αναλογούσε. Η ενασχόληση αυτή του κοινοτάρχη ήταν και οικονομικά επωφελής, αφού έπαιρνε ένα ποσοστό από τον κακόβουλο και απέδιδε το υπόλοιπο στον ιδιοκτήτη ή κάτοχο του χωραφιού.
Γενικά οι κοινοτάρχες ήταν επιφορτισμένοι περίπου με τις ευθύνες με τις οποίες είναι σήμερα επιφορτισμένος ο Δήμος Αραδίππου.
Οι κοινοτάρχες δεν έπαιρναν μισθό και ως εκ τούτου είχαν τις δικές τους δουλειές για να εξασφαλίζουν τα προς το ζην. Συνήθως, όμως, έπαιρναν κάποιου είδους αμοιβή από τους κατοίκους για τις εξυπηρετήσεις που παρείχαν, π.χ. για την έκδοση κάποιου πιστοποιητικού.

Στα καθήκοντά του τον βοηθούσαν οι αζάδες, που διαδραμάτιζαν συνήθως περιορισμένο ρόλο (ανάλογα με την προσωπικότητα του κοινοτάρχη). Κατά κανόνα συνέπλεαν με τις αποφάσεις του κοινοτάρχη. Αρκετά από τα πιστοποιητικά που εξέδιδε ο κοινοτάρχης χρειάζονταν και την προσυπογραφή τους.

Ο αγροφύλακας, ο λεγόμενος τουρκόπουλος, ήταν επίσης βοηθός του κοινοτάρχη. Δουλειά του ήταν να περιπολεί στα χωράφια και να τα φυλάει από κακόβουλες ζημιές. Συνήθως ζημιές προκαλούσαν οι βοσκοί με τα αιγοπρόβατά τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο αγροφύλακας είχε την εξουσία να επιβάλλει πρόστιμο. Με νομικούς όρους δεν ήταν πρόστιμο, αλλά ένα συμβιβαστικό ποσό που πρότεινε στον παραβάτη αντί της ποινικής δίωξής του από δικαστήριο.

Γραφείο κοινοταρχών και υπάλληλοι

Οι κοινοτάρχες της Αραδίππου μέχρι το 1951 δεν είχαν γραφείο. Τα καθήκοντα του κοινοτάρχη τα ασκούσαν συνήθως στον τόπο της δουλειάς τους. Το 1951 κτίστηκε η αγορά κοντά στην εκκλησία του Αποστόλου Λουκά, που αργότερα κατεδαφίστηκε και μετατράπηκε σε χώρο στάθμευσης. Σε μια μικρή κάμαρη στο ανώγειο στεγάστηκε το γραφείο του κοινοτάρχη και αργότερα με την πρόσληψη περισσότερου προσωπικού τα γραφεία αυξήθηκαν. Με την κατεδάφιση της αγοράς τα γραφεία μεταφέρθηκαν αλλού.

Πρώτος υπάλληλος του Συμβουλίου ήταν ο Γιωρκής του Αρακλίτη. Ήταν σκυβαλοσυλλέκτης. Είχε μούλα και με εξοπλισμό που του παρείχε το Συμβούλιο ο Γιωρκής μάζευε τα σκύβαλα και παράλληλα με άλλη άμαξα μετέφερε το κρέας από το σφαγείο.

Αργότερα προσελήφθη ως οδοκαθαρίστρια η Δουλαππού.

Το 1950 ο Μενέλαος του Τσιούλλου προσλήφθηκε ως υπεύθυνος για τον έλεγχο της σωστής διαχείρισης του νερού. Από το 1950 υπάλληλοι του Συμβούλιο Βελτιώσεως ήταν και ο Γιωρκής Σιήκκης και ο Ιρμιλίκκης.

Το 1974 προσελήφθη ο Τάκης Ξενοφώντος, ο κατοπινός Δημοτικός Γραμματέας.

Οι κοινοτάρχες από το 1845 μέχρι το 1986

Σύμφωνα με τον κ. Νίκο Παπαελευθερίου, οι κοινοτάρχες Αραδίππου από το 1845, όπως έμαθε από παλιούς Αραδιππιώτες και όπως θυμάται, μέχρι το 1986 ήταν οι ακόλουθοι:

1845 – 1880 (35 χρόνια)

Κοινοτάρχης κατά την περίοδο αυτή ήταν ο Χατζημπεής. Είχε γεννηθεί το 1815 και ο παππούς του, που ήταν παπάς, του έμαθε λίγα γράμματα. Για τον λόγο αυτό εκλέχθηκε κοινοτάρχης. Η θητεία του διανύθηκε σχεδόν στο σύνολό της την εποχή της Τουρκοκρατίας, αφού οι Άγγλοι ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της Κύπρου το 1878. Κόρη του ήταν η Κατίνα του Καπνιστού.

Ο Χατζημπεής είχε το γραφείο του στο παλιό μαγαζάκι του Νίκου Φούρναρη κοντά στην εκκλησία του Αγίου Λουκά.

1880 – 1890 (10 χρόνια)

Στην περίοδο αυτή κοινοτάρχης ήταν ο Ζαχαρίας Κονόμου, παππούς του Ζαχαρή Κονόμου, του Χαμπή και του Αντρέα του Λύτρα. Είχε γεννηθεί το 1855.

1890 – 1910 (20 χρόνια)

Κοινοτάρχης Αραδίππου αυτή την περίοδο ήταν ο Στυλιάνος, προπάππος του Ευαγγελή του Παρασκευά του Θεορή. Σε κάποια περίοδο της θητείας του κάτι έπαθε (προφανώς ασθένησε) και για δύο χρόνια (γύρω στο 1900) τον αντικαθιστούσε ο γιος του Θεορής, πατέρας του Κωστή του Θεορή, του επονομαζόμενου Κουτσονούρη.

1910 – 1913 (3 χρόνια)

Κοινοτάρχης ήταν ο Παναής του Παντελουρκού, θείος του Παντελή Παντελούρη, του μετέπειτα κοινοτάρχη. Ο Παναής αναγκάστηκε να αποσυρθεί λόγω ασθένειας. Όμως η εφημερίδα «Νέον Έθνος» στην έκδοσή της στις 28 Ιανουαρίου 1911 διαψεύδει τον κ. Παπαελευθερίου. Συγκεκριμένα δημοσιεύει ανάμεσα σε άλλα: «Μουκτάρης Αραδίππου εξελέγη και κατά το έτος τούτο ο δραστήριος κ. Ερωτόκριτος Ελευθερίου.» Αυτό σημαίνει ότι όχι μόνο κατά το 1911, αλλά τουλάχιστον και κατά το 1910 κοινοτάρχης Αραδίππου ήταν ο Ερωτόκριτος Ελευθερίου, άλλως Ρωτοκλής. Ενδεχομένως ο Παναής του Παντελουρκού να διετέλεσε κοινοτάρχης μόνο ένα έτος, το 1913.

1913 – 1915 (2 χρόνια)

Κοινοτάρχης αυτή τη σύντομη περίοδο ήταν ο Μηνάς της Αννεττούς, ο επονομαζόμενος Μπλάκκος, που ήταν μεγάλος στην ηλικία όταν ανέλαβε και αναγκάστηκε να αποσυρθεί νωρίς.

1915 – 1920 (5 χρόνια)

Κοινοτάρχης ήταν ξανά ο Ερωτόκριτος Ελευθερίου, ο Ρωτοκλής, από την οικογένεια των Ττεραλλήδων.

1920 – 1960 (40 χρόνια)

Το 1920 διεξήχθησαν κοινοτικές εκλογές. Αντίπαλοι για τη θέση του κοινοτάρχη ήταν ο Ρωτοκλής, ο προηγούμενος κοινοτάρχης, και ο Χριστόδουλος Μούσκος. Τις εκλογές κέρδισε ο Χριστόδουλος Μούσκος που παρέμεινε κοινοτάρχης χωρίς εκλογές για 40 χρόνια, μέχρι την ανεξαρτησία. Είχε μεγάλο κύρος και επιρροή στην αποικιοκρατική Αγγλική διοίκηση, κάτι που ωφέλησε αρκετά το χωριό («επόσπαζε πλάσμα που την κρεμμάλλα», είπε χαρακτηριστικά ο κ. Παπαελευθερίου). Για τις καλές του υπηρεσίες του απονεμήθηκε παράσημο από την Αγγλική Κυβέρνηση. Πέρασε καλά το χωριό υπό τη διοίκησή του. Ήταν χασάπης το επάγγελμα.

Στο βιβλίο του Χριστάκη Α. Λύτρα «Ταξίδι στο παρελθόν της Αραδίππου – Αραδίππου 1878-1934» υπάρχουν 3 μαρτυρίες για το γεγονός ότι αυτή την περίοδο κοινοτάρχης Αραδίππου ήταν ο Χριστόδουλος Μούσκος.

(α) Η πρώτη περίπτωση αφορά ψήφισμα των κατοίκων της Αραδίππου που ζητούσαν την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Το ψήφισμα ημερομηνίας 25 Μαρτίου 1921, επέτειο της εκατονταετίας από της έναρξης του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων από τους Τούρκους, ζητά την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Το ψήφισμα υπογράφτηκε από παράγοντες της Αραδίππου που εκπροσωπούσαν το χωριό. Ανάμεσα σε αυτούς και τα μέλη της «Χωρικής Επιτροπής» πού ήταν οι:

Χριστόδουλος Μούσκος, μουκτάρης

Σάββας Λ. Χατζησάββα

Αντώνιος Θεοδούλου

Παυλής Χατζημιχαήλ

Οι 3 που υπογράφουν με τον Μούσκο δεν αναφέρουν την ιδιότητά τους. Προφανώς ήταν αζάδες.

(β) Η δεύτερη περίπτωση αφορά παρόμοιο ψήφισμα των κατοίκων της Αραδίππου που ζητούσαν την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Το ψήφισμα ημερομηνίας 25 Μαρτίου 1930 ζητά ακόμη μια φορά την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Όπως και την προηγούμενη φορά το ψήφισμα υπογράφτηκε από παράγοντες της Αραδίππου που εκπροσωπούσαν το χωριό. Ανάμεσα σε αυτούς και τα μέλη της «Χωριτικής Αρχής» πού ήταν οι:

Χριστόδουλος Μούσκος, μουκτάρης

Αντώνιος Θεοδούλου

Γεώργιος Χατζηματθαίου

Παυλής Πετρή

Σάββας …… (μη ευανάγνωστο επίθετο)

Οι 4 που υπογράφουν με τον Μούσκο δεν αναφέρουν την ιδιότητά τους. Προφανώς ήταν αζάδες.

(γ) Η τρίτη περίπτωση αφορά δημοσίευμα της εφημερίδας «Νέον Έθνος» στις 21 Μαρτίου 1931. Τούτο αναφέρει τα εξής:st of March 1931.

«Διωρίσθησαν Έλληνες Μουκτάραι εν της Επαρχία Λάρνακος:

Χριστόδουλος Μούσκος, Αραδίππου.

1960 – 1985 (25 χρόνια)

Με την έναρξη της λειτουργίας της Κυπριακής Δημοκρατίας κοινοτάρχης Αραδίππου εκλέχθηκε ο Παντελής Παντελούρης που παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι την ανακήρυξη της Αραδίππου σε δήμο, οπότε άλλαξε σημαντικά ο ρόλος του.

Ήταν ακέραιος και τίμιος άνθρωπος. Ενώ είχε την ευκαιρία να βολευτεί με διάφορους τρόπους, διαχειριζόμενος διάφορα κονδύλια, δεν το έκανε. Δεν είσπραττε την αμοιβή του 1 σελινιού που μπορούσε να εισπράξει για πιστοποιητικά που εξέδιδε για ζώα που θα πωλούνταν.